Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αισθητική αγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αισθητική αγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Για την αναγκαιότητα της τέχνης στην εκπαίδευση

 

Το 2008 ο Γ. Μπαμπινιώτης διερωτάτο αν θα υπήρχε μία εκπαιδευτική πολιτική που θα έδινε ώθηση στην Αισθητική Αγωγή στο σχολείο. 

Δώδεκα χρόνια μετα, σήμερα δηλαδή, το μάθημα της Αισθητικής Αγωγής αποφασίστηκε να μην υπάρχει στο Λύκειο. 

Ούτε Εικαστικά, ούτε Μουσική, ούτε Θέατρο, ούτε Σχέδιο, ούτε Ιστορία της Τέχνης. 

Δημοσίευμα στο Βήμα

24 Νοεμβρίου 2008

Γνώμες

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης εξετάζει τα ερωτήματα αν και σε ποιο βαθμό ο Ελληνας μαθητής μέσα από 12 χρόνια σπουδών έχει μια ουσιαστική γνωριμία με το θέατρο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες και ποιες είναι οι προτεραιότητες που έχει υιοθετήσει το ελληνικό σχολείο

Η αισθητική αγωγή στο εκπαιδευτικό σύστημα

Η αισθητική αγωγή στο εκπαιδευτικό σύστημα Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης εξετάζει τα ερωτήματα αν και σε ποιο βαθμό ο Ελληνας μαθητής μέσα από 12 χρόνια σπουδών έχει μια ουσιαστική γνωριμία με το θέατρο, τη μουσική, τις εικαστικές τέχνες και ποιες είναι οι προτεραιότητες που έχει υιοθετήσει το ελληνικό σχολείο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ 

Τώρα που, μετά τη λαίλαπα των καταλήψεων, μπορούμε νηφάλια να σκεφτούμε πάνω στα μεγάλα και ουσιαστικά θέματα τής παιδείας μας, αξίζει να σταθούμε σ’ ένα καίριο ζητούμενο, τόσο παλιό όσο και η ίδια η παιδεία· εννοώ την Τέχνη και τη θέση που έχει μέσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Θα ήταν αφοριστικό ή αυθαίρετο να πούμε ότι στη σημερινή σχολική παιδεία τού Ελληνα η επαφή τού μαθητή με την Τέχνη είναι ανεπαρκής έως ανύπαρκτη; Εχει ο Ελληνας μαθητής μέσα από 12 χρόνια σπουδών μια ουσιαστική γνωριμία με το θέατρο; Εχει το ελληνόπουλο, που τελειώνει το Λύκειο μετά από περίπου 11.000 ώρες σπουδών, αποκτήσει κάποια καλλιέργεια στη μουσική; Ή μήπως έχει αποκτήσει μια στοιχειώδη καλλιέργεια και ευαισθησία στη ζωγραφική και στα εικαστικά γενικότερα; Ετοιμάζει το σύγχρονο ελληνικό σχολείο τους αυριανούς θεατές τού θεάτρου; Προετοιμάζει στον τόπο μας τους αυριανούς φίλους τής μουσικής που θα πάνε σε μια συναυλία ή που θα επιλέξουν συνειδητά τη μουσική, την οποία θέλουν να ακούσουν πέρα από αυτήν που επιβάλλουν οι δισκογραφικές εταιρείες; Ετοιμάζουμε τους αυριανούς επισκέπτες των εκθέσεων, που θα μπορούν να απολαύσουν ένα έργο Τέχνης, έναν πίνακα ζωγραφικής, ένα χαρακτικό, ένα γλυπτό ή που θα στολίσουν το σπίτι ή τον χώρο εργασίας τους με κάτι ωραίο, μακριά από τη συνήθη κακογουστιά; Η απάντηση σε τέτοια ερωτήματα είναι ­ πλην εξαιρέσεων ­ αρνητική. Κι αυτό όχι από ανεπάρκεια των διδασκόντων ­ αυτοί κάνουν ό,τι μπορούν και, κατά κανόνα, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι υποχρεούνται ­ αλλά από ανεπάρκεια τού προγράμματος που έχει να κάνει με τις επιλογές και τις προτεραιότητες τις οποίες έχει υιοθετήσει το ελληνικό σχολείο.


Οι επιλογές αυτές πηγάζουν από μιαν αντίληψη ότι η καλλιέργεια τής προσωπικότητας τού ανθρώπου εδράζεται στη γνώση. Πρώτα και πάνω απ’ όλα πρέπει ο μαθητής να ξέρει γράμματα και μάλιστα τόσα και τέτοια μόνο που θα τού επιτρέψουν να πετύχει στις Γενικές Εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Τι να τις κάνει τις μουσικές, τα θέατρα, τις ζωγραφικές; Μπορεί να ζήσει και να προκόψει ο μαθητής αύριο μ’ αυτές; Αυτές είναι απλώς το αλάτι! Είναι πολυτέλεια. Η αντίληψη αυτή απηχεί μιαν ευρύτερη νοοτροπία για το τι είναι χρήσιμο και τι περιττό ή έστω λιγότερο χρήσιμο. Επίσης ­ ως μη ώφελε ­ στηρίζεται σ’ ένα ψευδοδίλημμα: ή απόκτηση γνώσεων και καλλιέργεια τού μυαλού ή καλλιέργεια τού συναισθήματος και τής αισθητικής ικανότητας τού ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, όπως δίδαξε έμπρακτα η ελληνική κλασική αρχαιότητα, γνώση και συναίσθημα, επιστήμη και ψυχική καλλιέργεια, νόηση και ομορφιά βρίσκονται σε συμπληρωματική σχέση, αν στόχος τής παιδείας είναι η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας.


Διαφορετική ­ αλλά, τελικά, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα ­ είναι η επιχειρηματολογία των περισσότερων σχεδιαστών τής Εκπαίδευσης: ναι, καλό είναι το θέατρο, άριστη η μουσική, χρειαζόμαστε πράγματι τα καλλιτεχνικά, αλλά πού θα χωρέσουν όλα αυτά μέσα στο πρόγραμμα των 30 διδακτικών ωρών; Θα το ξαναπούμε, λοιπόν, και μ’ αυτή την ευκαιρία. Αν ο σχολικός χρόνος δεν επιμηκυνθεί, αν δεν περάσουμε στο σχολείο που θα λειτουργεί μέχρι νωρίς το απόγευμα (με κατάλληλη διευθέτηση των υποχρεώσεων τού μαθητή, ώστε να μην εξουθενώνεται με πρόσθετη εργασία πέρα από τις δυνατότητες αντοχής του και με πρόβλεψη αναγκών στοιχειώδους ψυχαγωγίας), δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε μια σειρά από συσσωρευμένα προβλήματα. Οπως, εξάλλου, πρέπει αντικειμενικά να αναγνωρίσουμε ότι στην πρόσφατη μεταρρύθμιση έγινε ένα βήμα μπροστά για να αντιμετωπιστεί η αισθητική αγωγή των μαθητών. Εισήχθη η διδασκαλία για το θέατρο στην Α’ Λυκείου ­ έστω και κατ’ επιλογήν, έστω και για μία ώρα εναλλάξ με τη μουσική, έστω και χωρίς βαθμολογική βαρύτητα, έστω και χωρίς να αξιοποιηθούν οι απόφοιτοι των Θεατρολογικών Τμημάτων που θα μπορούσαν να ανεβάσουν το επίπεδο τού μαθήματος.


Ωστόσο, το πρόβλημα που θίγουμε σ’ αυτό το κείμενο παραμένει: Η αισθητική αγωγή ­ θέατρο, μουσική, καλλιτεχνικά ­ στο σχολείο είναι εντελώς ανεπαρκής. Πού είναι οι θεατρικές παραστάσεις που θα έπρεπε να αποτελούν μόνιμο μέλημα κάθε σχολείου; (εξαιρέσεις που υπάρχουν επιβεβαιώνουν τον κανόνα και δεν είναι αποτέλεσμα προγραμματισμένης μέριμνας αλλά προϊόν περισσεύματος ψυχής). Πόσο γνωρίζουν τα παιδιά καλό θέατρο; Πού είναι οι μαθητικοί θίασοι; Πού είναι οι θεατρικοί όμιλοι; Πόσα σχολεία ­ και δεν εννοώ εδώ μερικά ιδιωτικά ή εξειδικευμένα (μουσικά) σχολεία ­ έχουν να επιδείξουν αξιόλογες μαθητικές χορωδίες, για να μη μιλήσουμε για μαθητικές ορχήστρες; Σε ποιες ώρες τού σχολικού χρόνου μπορούν να ετοιμαστούν τέτοιες χορωδίες; Αλλά και σε ποιες ώρες τού ανύπαρκτου ή φορτωμένου (με γλώσσες και φροντιστήρια) εξωσχολικού χρόνου; Τι εργαστήρια καλλιτεχνικών διαθέτουν τα σχολεία; Πόσα σχολεία έχουν οργανώσει εκθέσεις με έργα μαθητών; Πόσο ενθαρρύνονται ή καθοδηγούνται σωστά ταλέντα στη μουσική ή τη ζωγραφική που θα μπορούσαν να διαπρέψουν με κατάλληλη καθοδήγηση και σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό;


Ποια μεταρρύθμιση θα αποτολμήσει την αύξηση τού σχολικού χρόνου και θα περιλάβει στους βασικούς στόχους τής σχολικής εκπαίδευσης την αισθητική καλλιέργεια των μαθητών; Και είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία, ως γονείς, ως πολίτες να δεχθούμε μια τέτοια μεταρρύθμιση; Προσπάθειες για ποιότητα ζωής, για ποιότητα ανθρώπου, για ποιότητα παιδείας μπορούν να νοηθούν ερήμην τής Τέχνης;


Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Τα Εικαστικά έργα και το φιλότεχνο κοινό

Σήμερα, Παρασκευή πρωί, έχω πάει στην Εφορία Εξαρχείων, έχω κάνει τη δουλειά μου και επιστρέφω.
 Κατηφορίζω τη Στουρνάρα. 
Στα αριστερά κατεβαίνοντας, ένα παλαιοπωλείο έχει βγάλει τα μεταχειρισμένα βιβλία του στο πεζοδρόμιο. 
Σταματάω, ξεφυλλίζω τα βιβλία στον πάγκο, ξεδιαλέγω τρία, 
ξέρω τους συγγραφείς, 
με ενδιαφέρουν τα θέματα. 
Πιάνω ένα τέταρτο. 
Με ενδιαφέρει ο τίτλος: 
Η γλώσσα των τεχνών, μία μύηση στην Τέχνη. 
Αρχιτεκτονική-Γλυπτική-Ζωγραφική. 
Είναι ένα μικρό βιβλιαράκι 90 σελίδων. 
Δεν γνωρίζω τον συγγραφέα: Περικλής Π. Καίσαρης. 
Εξετάζω το βιβλιαράκι, κοιτάζω μέσα, μπροστά, πίσω, 
δεν βλέπω ούτε εκδοτικό οίκο 
ούτε χρονολογία έκδοσης.
 Πληρώνω και για τα τέσσερα βιβλία 13 ευρώ.
Επιστρέφω σπίτι, ανοίγω το ίντερνετ, ψάχνω να βρω 
το όνομα του συγγραφέα. 
Κανένα βιογραφικό. 
Βρίσκω 4 βιβλία του, με ένδειξη ότι βρίσκονται στο βιβλιοπωλείο της Εστίας. 
Εκδόσεις από τη δεκαετία του 70 έως τη δεκαετία του 90 
(πάτα εδώ και εδώ). 
Βρίσκω και το βιβλίο που αγόρασα: είναι έκδοση του 1973.
Επίσης βρίσκω και μία δημοσίευσή του σε εφημερίδα του 1967, στο ψηφιακό αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Γράφει κριτική για τους καλλιτέχνες που συμμετέχουν σε μία ομαδική έκθεση 
Τέλος, άνοιξα να διαβάσω το βιβλιαράκι. 
Η εισαγωγή με την οποία προλογίζει ο συγγραφέας το κείμενό του με εντυπωσίασε. 
Μου φάνηκε διαχρονική και με λύπησε πολύ.
Με λύπησε τόσο, που αποφάσισα να τη δακτυλογραφήσω και να τη δημοσιοποιήσω.
Ιδού:
 --------------------------------------------------------------------------------

«Το χάλι μας γύρω στα καλλιτεχνικά είναι απελπιστικό παρ’ όλη τη λαμπρή κληρονομιά μας απ’ το παρελθόν. Αντίθετα με τη λογοτεχνία μας που κάμποσα ονόματά της ξεπεράσανε τα σύνορα της χώρας μας, στις τέχνες τις εικαστικές δε βγάλαμε κανένα διεθνές ανάστημα. 
Να πει κανείς πως φταίει του δασκαλισμού η μάστιγα, δε θα ΄δινε σωστή εξήγηση, γιατί αυτό είναι μία γενικότερη πληγή στον τόπο μας. Φταίει που αδιαφορήσαμε τελείως για το θέμα αυτό παρ’ όλο που μας άφησαν οι πρόγονοι περσότερα σπασμένα μάρμαρα παρά περγαμηνές. 
Ούτε μια ώρα τη βδομάδα στα σχολειά μας δε διδάσκομε την Ιστορία των Καλών Τεχνών.
Για τούτο τ' αποτέλεσμα είναι φρικτό. 
Δεν υστερούν στην εκτίμηση της Τέχνης μόνο οι αμόρφωτοι εδώ. Αν αφαιρέσεις όσους πέρασαν απ τη Σχολή καλών Τεχνών και ελαχίστους άλλους, οι υπόλοιποι είναι ανίκανοι να ξεχωρίσουν ένα αριστούργημα από ένα πίνακα φτηνά εμπορικό. 
Πάρε πολλούς απ' τους διπλωματούχους μας, ας είναι και σοφοί καθηγητές, σύρε τους στην Ακρόπολη και πες τους να σου εξηγήσουν την ουσία και την αξία αυτής της τέχνης, της πιο εύκολης, της κλασικής, και αν ακούσεις άλλο από κούφια υπερθετικά «θαυμάσιον» και «θαυμασιώτατον», να ξέρεις πως θα είναι η παρήγορη εξαίρεση.
Οι φιλότεχνοι στο σύνολό τους αγοράζουν τιποτένιες φτηνουργιές από τις γκαλερύ που ούτε μια τους δε φιλοξενεί κανένα έργο γνήσιας τέχνης έστω κι από καλλιτέχνη τέταρτης κατηγορίας. 
Και δεν τους φτάνει που γελιούνται αξιοθρήνητα, αλλά παίρνουνε και το σθένος να κατηγορούν την τέχνη την αληθινή, εάν δεν κάνει γλυκερές και φωτογραφικές απάτες.
Και άντε να αποκτήσουμε με τούτες τις συνθήκες τέχνη σοβαρή. Να ενθαρρύνονται οι κιβδηλοποιοί και να λιμοκτονούν οι καλλιτέχνες που ταυτόχρονα δεν παραλείπουν να κρατούν τα έργα τους σε απρόσιτες τιμές, αφού στη χάση και στη φέξη θα μπορούσανε να βρουν κανένα ικανό εκτιμητή κι αγοραστή του έργου τους. 
Μένουνε αναγκαστικά απρόσιτοι και πικραμένοι, ξεκομμένοι απ΄ το κοινό το καλλιτεχνικά άσιτο, έχομε ένα χάσμα δηλαδή ανάμεσα στο δεντρικό της τέχνης και το έδαφος που χρειάζεται για να ριζοβολεί. 
Χάσμα που στον αιώνα μας έχει ευνοηθεί ιδιαίτερα και γενικότερα από τις πολύπλοκες αναζητήσεις των τεχνών. 
Αλλά οι ξένοι έχουν κάποιον τρόπο να πηγαίνουνε απόκοντα ακόμα και στις πιο ακραίες εξερευνήσεις της, παρά την ύπαρξη και 'κει των μεσιτών εμπόρων που συχνά θολώνουν την πραγματικότητα.
Επιχειρούμε τη μελέτη μας με βεβαιότητα ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα στους μυημένους, αλλά πολλά, πάρα πολλά για τους πολλούς αμύητους και επομένως και στου τόπου τον πολιτισμό.
 Όθεν και η πορεία μας η θεωρητική, συστηματική ελάχιστα και πρακτική το πιο πολύ.
Να αρχίσει ο νεοέλληνας να βλέπει τέχνη ως ένα σημείο, να μπορεί να γεύεται τα πλέον έκδηλα χαρίσματά της, να διακρίνει τις πλευρές της τις καλές ή τις κακές, να μελετά επάνω της τον άνθρωπο στην εξελιχτική πορεία του».


Εισαγωγή από το βιβλίο του Περικλή Π. Καίσαρη, Η γλώσσα των Τεχνών. Μία μύηση στην Τέχνη. Αρχιτεκτονική-Γλυπτική-Ζωγραφική. Αθήνα.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Le Corbusier, 1940